Meaning of κώλο | Babel Free
/ˈko.lo/Ορισμοί
- τμήμα περιόδου με αυτοτελές νόημα· βρίσκεται ανάμεσα σε τελείες (άνω τελείες ή/και τελείες)
-
αιτιατική ενικού του κώλος accusative, singular
- τμήμα του στίχου που αποτελείται από δύο ή περισσότερους πόδες
- τμήμα του σώματος ανθρώπου ή ζώου· κυρίως τα άκρα
- μονόπλοκο σκοινί που μαζί άλλα συστρέφονται φτιάχνοντας ένα παχύτερο, πιο γερό
Παραδείγματα
“τα άνω κώλα”
“έκφραση: τινάζω τα κώλα, αφήνω τα κώλα (πεθαίνω)”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.