Meaning of κωλοβάρδουλα | Babel Free
Ορισμοί
-
κυριολεκτικά, η περιφέρεια της κωλοτρυπίδας (σε ομοιότητα του ζαρωμένου δέρματος στα βάρδουλα των παπουτσιών) familiar, offensive
- μεταφορικά, γενικά η κωλοτρυπίδα
-
ο κώλος broadly
Παραδείγματα
“※ Η ιδιόρρυθμη ομιλία της - το χαρμάνι αρχαιοπρεπών και πρόστυχων εκφράσεων που χρησιμοποιούσε σε κάθε δεύτερη σχεδόν κουβέντα της; «...Δοθέντος του υγρού κλίματος, θα μας σκίσουν το θέρος τα κωλοβάρδουλα οι κώνωπες...» (Χρήστος Χωμενίδης, Ο κόσμος στα μέτρα του, εκδ. Πατάκης, 2016)”
“※ Ας τους αλλάξει τα κωλοβάρδουλα στις μηνύσεις να στρώσουν επιδερμίδα. (από συζήτηση στο Facebook, ανακτήθηκε 4/1/2026)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.