ντετέκτιβ
Ορισμοί
αυτός που ασχολείται με ιδιωτικές αστυνομικές έρευνες
Ισοδύναμα
25 more languages
العربيةمحقق
Българскидетектив
বাংলাটিকটিকি
DeutschDetektivGaloscheKriminalbeamternachspürenPrivatdetektivPrivatermittlerSchnüffelnSchnüfflerSpürnase
Ελληνικάαστυνομικός
Հայերենխուզարկու
Kurdîdetektîv
Latviešukeda
Tiếng Việttrinh thám
中文偵探
繁體中文偵探
Παραδείγματα
“Έβαλε ντετέκτιβ να παρακολουθεί τη γυναίκα του.”
He hired a detective to watch his wife.
Επίπεδο CEFR
A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free