κίνηση
Ορισμοί
- το αποτέλεσμα της χρονικής εντροπίας
- η κυκλοφορία των οχημάτων
-
ο μεγάλος ή και υπερβολικός αριθμός οχημάτων που κυκλοφορούν σε μια δεδομένη στιγμή broadly
- η πρωτοβουλία
- το δυναμικό κίνημα, οργάνωση ανθρώπων που κάτι θέλουν να αλλάξουν· κίνημα με έμφαση στην πρωτοβουλία αλλαγής (ενίοτε χρησιμοποιείται ως ονοματολογική διαφοροποίηση από άλλα κινήματα, οργανώσεις, συνδέσμους κτλ)
Ισοδύναμα
18 more languages
العربيةتجر
Българскидвижение
Bosanskisaobraćajni
Hrvatskisaobraćajni
Kurdîaction
Latinanegotior
Русскийторговля
Српскиsaobraćajni
Svenskatrafikera
Türkçetrafik
Tiếng Việtbuôn lậu
Παραδείγματα
“※ Παρακολουθούσα απ' το παράθυρο την κίνηση του δρόμου. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)”
“βρήκα κίνηση και άργησα”
“έκανα την κίνηση και της μίλησα”
“κίνηση πολιτών, κίνηση πολιτών τάδε”
Επίπεδο CEFR
A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free