Meaning of κίνηση | Babel Free
/ˈci.ni.si/Ορισμοί
- το αποτέλεσμα της χρονικής εντροπίας
- η κυκλοφορία των οχημάτων
-
ο μεγάλος ή και υπερβολικός αριθμός οχημάτων που κυκλοφορούν σε μια δεδομένη στιγμή broadly
- η πρωτοβουλία
- το δυναμικό κίνημα, οργάνωση ανθρώπων που κάτι θέλουν να αλλάξουν· κίνημα με έμφαση στην πρωτοβουλία αλλαγής (ενίοτε χρησιμοποιείται ως ονοματολογική διαφοροποίηση από άλλα κινήματα, οργανώσεις, συνδέσμους κτλ)
Παραδείγματα
“※ Παρακολουθούσα απ' το παράθυρο την κίνηση του δρόμου. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)”
“βρήκα κίνηση και άργησα”
“έκανα την κίνηση και της μίλησα”
“κίνηση πολιτών, κίνηση πολιτών τάδε”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.