Meaning of αυτοκινητιστικός | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει σχέση με τον αυτοκινητιστή ή αναφέρεται σʼ αυτόν
- που έχει σχέση με το αυτοκίνητο ή αναφέρεται σʼ αυτό
- που έχει σχέση με την αυτοκίνηση ή αναφέρεται σʼ αυτή
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: αυτοκινητικός”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.