HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αυτοκινητιστικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με τον αυτοκινητιστή ή αναφέρεται σʼ αυτόν
  2. που έχει σχέση με το αυτοκίνητο ή αναφέρεται σʼ αυτό
  3. που έχει σχέση με την αυτοκίνηση ή αναφέρεται σʼ αυτή

Παραδείγματα

“άλλες μορφές: αυτοκινητικός”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αυτοκινητιστικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course