HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τροχαίος | Babel Free

Noun masculine CEFR B2
/tɾoˈçe.os/

Ορισμοί

  1. ο τροχονόμος, αστυνομικός που υπηρετεί στην τροχαία
  2. μετρικός πόδας με δύο συλλαβές: τονισμένη - άτονη (—‿)
  3. εναλλαγή μακρόχρονης- βραχύχρονης συλλαβής (—‿)

Ισοδύναμα

English Trochee

Παραδείγματα

“η τροχαία”
“※ Σε γνω | ρί-ζω‿α | πό την | κό-ψη (τροχαϊκό μέτρο στον Εθνικό Ύμνο του Σολωμού)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τροχαίος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course