Meaning of τροχαίος | Babel Free
/tɾoˈçe.os/Ορισμοί
- ο τροχονόμος, αστυνομικός που υπηρετεί στην τροχαία
- μετρικός πόδας με δύο συλλαβές: τονισμένη - άτονη (—‿)
- εναλλαγή μακρόχρονης- βραχύχρονης συλλαβής (—‿)
Ισοδύναμα
English
Trochee
Παραδείγματα
“η τροχαία”
“※ Σε γνω | ρί-ζω‿α | πό την | κό-ψη (τροχαϊκό μέτρο στον Εθνικό Ύμνο του Σολωμού)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.