κυκλοφορία
Ορισμοί
- η μετακίνηση πεζών ή οχημάτων στις οδούς
- η μετακίνηση κάποιων πραγμάτων (στερεών, υγρών ή αερίων)
- η διακίνηση αγαθών ή προϊόντων
- η διάδοση, η διασπορά
Ισοδύναμα
16 more languages
العربيةتجر
Bosanskisaobraćajni
Hrvatskisaobraćajni
Latinanegotior
Русскийторговля
Српскиsaobraćajni
Svenskatrafikera
Türkçetrafik
Tiếng Việtbuôn lậu
Παραδείγματα
“σε κυκλοφορία (in circulation; on the market)”
“από την κυκλοφορία (out of circulation)”
“η κυκλοφορία του αίματος”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free