Meaning of κουζίνα | Babel Free
/kuˈzi.na/Ορισμοί
- o χώρος όπου ετοιμάζονται και μαγειρεύονται οι τροφές
- γυναικείο όνομα
- η μαγειρική τέχνη της ετοιμασίας και μαγειρικής των τροφών
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Κουζίνας)
- πάνω στην οποία ψήνονται οι τροφές
Παραδείγματα
“κουζίνα ρυζιού”
rice cooker
“μια φωτισμένη κουζίνα”
“※ Σηκώθηκα και πήγα στην κουζίνα να ετοιμάσω κάτι να φάμε. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)”
“η γαλλική κουζίνα, η κινεζική κουζίνα”
“ηλεκτρική κουζίνα, το μάτι της κουζίνας”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.