HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του κουζίνα | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR A2 Frequent
kuˈzi.na

Ορισμοί

  1. o χώρος όπου ετοιμάζονται και μαγειρεύονται οι τροφές
  2. γυναικείο όνομα
  3. η μαγειρική τέχνη της ετοιμασίας και μαγειρικής των τροφών
  4. γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Κουζίνας)
  5. πάνω στην οποία ψήνονται οι τροφές

Ισοδύναμα

العربية طباخة
Azərbaycanca mətbəx
Български печка
Bosanski spis to
Cymraeg cwcer
Dansk køkken
Esperanto kuirejo
Español cocina cocina cocinador estufa olla
Eesti kook
Euskara sukalde
עברית כיריים מטבח
Hrvatski kuhinja spis šporak to
Magyar főző konyha Rezső tűzhely
Íslenska eldhús
日本語 コンロ 台所 焜炉
한국어
Kurdî herd to
Lietuvių virtuvė
Latviešu krāsns plīts
Te Reo Māori
Nederlands kachel keuken komfoor kookkunst rechaud
Polski kuchenka kuchenny kuchnia kuchnia
Română aragaz
Slovenčina kuchyňa
Slovenščina kuhinja
Shqip kuzhinë
Српски spis šporak to
Svenska kök spis
اردو چولھا
Tiếng Việt củi lửa
中文 厨房
ZH-TW 廚房

Παραδείγματα

“κουζίνα ρυζιού”

rice cooker

μια φωτισμένη κουζίνα”
“※ Σηκώθηκα και πήγα στην κουζίνα να ετοιμάσω κάτι να φάμε. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)”
“η γαλλική κουζίνα, η κινεζική κουζίνα”
“ηλεκτρική κουζίνα, το μάτι της κουζίνας”

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κουζίνα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free