Meaning of μαγειρική | Babel Free
/[maʝiɾici]/Ορισμοί
- η τέχνη του να μαγειρεύει κανείς φαγητά
- μαγειρική σχολή και τεχνικές μαγειρέματος
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“σπουδάζει σε σχολή μαγειρικής”
“αγαπώ την ιταλική μαγειρική, αλλά για επίσημα γεύματα προτιμώ τη γαλλική κουζίνα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.