HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

σόμπα

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. συσκευή που χρησιμοποιείται για τη θέρμανση κάποιου χώρου
  2. ιαπωνικά νουντλ από φαγόπυρο
  3. ιαπωνική ποικιλία φαγόπυρου (αντέχει σε φτωχό και κρύο έδαφος, όμως δεν είναι αποδοτικό όσο το σιτάρι)

Ισοδύναμα

16 more languages
العربيةسُوبَا
Bosanskisobaсоба
Ελληνικάκουζίναστόφα
Suomisoba
Hrvatskisobaсоба
日本語蕎麦
한국어소바
Nederlandsfornuiskachelkomfoorrechaud
Portuguêsfogãosoba
Српскиsobaпећсоба
Türkçesoba

Παραδείγματα

“Άναψα τη σόμπα γιατί έκανε πολύ κρύο.”

I lit the stove because it was very cold.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σόμπα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free