HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σόμπα | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. συσκευή που χρησιμοποιείται για τη θέρμανση κάποιου χώρου
  2. ιαπωνικά νουντλ από φαγόπυρο
  3. ιαπωνική ποικιλία φαγόπυρου (αντέχει σε φτωχό και κρύο έδαφος, όμως δεν είναι αποδοτικό όσο το σιτάρι)

Ισοδύναμα

English Stove

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σόμπα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course