Meaning of σόμπα | Babel Free
Ορισμοί
- συσκευή που χρησιμοποιείται για τη θέρμανση κάποιου χώρου
- ιαπωνικά νουντλ από φαγόπυρο
- ιαπωνική ποικιλία φαγόπυρου (αντέχει σε φτωχό και κρύο έδαφος, όμως δεν είναι αποδοτικό όσο το σιτάρι)
Ισοδύναμα
English
Stove
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.