Σημασία του ατύχημα | Babel Free
aˈti.çi.maΟρισμοί
- δυσάρεστο γεγονός από ατυχία
- δυσάρεστο συμβάν με μεγάλο κόστος, καθώς επιφέρει υλική ζημιά ή τραυματισμό
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Είναι ατύχημα που η Ανθολογία είναι φτωχή σχετικά έκδοση. Αποτελεί, ωστόσο, πολύτιμο μικρό ψηφιδωτό της μεγάλης ευρωπαϊκής ποίησης (Εφημερίδα Ριζοσπάστης, 17-01-2002)”
“εργατικό ατύχημα, πυρηνικό ατύχημα, περιβαλλοντικό ατύχημα”
Επίπεδο CEFR
A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free