Meaning of συμβεβηκός | Babel Free
/siɱ.ve.viˈkos/Ορισμοί
τυχαίο, απρόβλεπτο γεγονός
archaic
Ισοδύναμα
English
accident
Παραδείγματα
“※ Από γαλλική σκοπιά είμαι άνθρωπος από τη φύση μου και Γάλλος κατά ιστορικό συμβεβηκός. Από γερμανική σκοπιά είμαι Γερμανός και άνθρωπος χάρη και μέσα από την γερμανικότητά μου. (Α. Ελεφάντης, Το έθνος του Διαφωτισμού)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.