Meaning of άνδρας | Babel Free
/ˈan.ðɾas/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- ενήλικος άνθρωπος αρσενικού φύλου που ηλικιακά έχει ξεπεράσει την εφηβεία, κατ᾿ αντιδιαστολή προς την γυναίκα ή το παιδί
- ο σύζυγος
-
αυτός που έχει τις θετικές ιδιότητες που παραδοσιακά αποδίδονται στους άντρες, όπως η αποφασιστικότητα, η λεβεντιά, η γενναιότητα κ.τ.π. broadly
- άνδρας που αποτελεί μέλος στρατιωτικού σώματος
- μέλος ομάδας, συνήθως ένστολης
Ισοδύναμα
English
husband
Παραδείγματα
“Σταμάτα να κάνεις αυτές τις χαζομάρες κάθε μέρα! Είσαι ολόκληρος άνδρας, πλέον, για να παιδιαρίζεις έτσι συνεχώς!”
“Τηλεφώνησε ο άνδρας της πριν πέντε λεπτά και είπε ότι θα καθυστερήσει λίγο να έρθει, διότι βρήκε κίνηση στο δρόμο”
“Φέρσου σαν άνδρας μια φορά, επιτέλους! Πάντα λουφάζεις σα γυναικούλα μπροστά του!”
“Ο λοχαγός παρέταξε τους άνδρες της φρουράς μπροστά από την είσοδο του κτηρίου.”
“Οι άνδρες της ομάδας διάσωσης δυσκολεύτηκαν να προσεγγίσουν το σημείο που βρίσκονταν οι τραυματισμένοι ορειβάτες.”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.