HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

άνδρας

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR A2 Frequent
ˈan.ðɾas

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. ενήλικος άνθρωπος αρσενικού φύλου που ηλικιακά έχει ξεπεράσει την εφηβεία, κατ᾿ αντιδιαστολή προς την γυναίκα ή το παιδί
  3. ο σύζυγος
  4. αυτός που έχει τις θετικές ιδιότητες που παραδοσιακά αποδίδονται στους άντρες, όπως η αποφασιστικότητα, η λεβεντιά, η γενναιότητα κ.τ.π.
    broadly
  5. άνδρας που αποτελεί μέλος στρατιωτικού σώματος
  6. μέλος ομάδας, συνήθως ένστολης

Ισοδύναμα

Englishhusbandman
Españolesposomarido
47 more languages
Afrikaansman
العربيةرجل
Българскимъж
Bosanskičovjek
Catalàhomemarit
Danskmand
Ελληνικάσύζυγος
Esperantoedzoviro
Euskaragizon
Gaeilgefear
Gàidhligcaomhainn
Galegogobernar
हिन्दीआदमी
Hrvatskimuškarac
Magyarférfi
Հայերենտղամարդ
Íslenskamaður
Italianoconiugemaritosposouomo
ქართულიკაცი
한국어남자
Kurdîmêrzelam
Latinavir
Maltiraġel
Portuguêsesposohomemmaridovarão
Românăbărbat
Slovenčinachalanchlapmanželmužpán
Slovenščinamoškimožsoprog
Српскиmužsuprug
Kiswahilimume
Українськачолові́к
Tiếng Việtchóngnhà
繁體中文先生男人

Παραδείγματα

“Σταμάτα να κάνεις αυτές τις χαζομάρες κάθε μέρα! Είσαι ολόκληρος άνδρας, πλέον, για να παιδιαρίζεις έτσι συνεχώς!”
“Τηλεφώνησε ο άνδρας της πριν πέντε λεπτά και είπε ότι θα καθυστερήσει λίγο να έρθει, διότι βρήκε κίνηση στο δρόμο”
“Φέρσου σαν άνδρας μια φορά, επιτέλους! Πάντα λουφάζεις σα γυναικούλα μπροστά του!”
“Ο λοχαγός παρέταξε τους άνδρες της φρουράς μπροστά από την είσοδο του κτηρίου.”
“Οι άνδρες της ομάδας διάσωσης δυσκολεύτηκαν να προσεγγίσουν το σημείο που βρίσκονταν οι τραυματισμένοι ορειβάτες.”

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη άνδρας σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free