Σημασία του αποστολή | Babel Free
a.po.stoˈliΟρισμοί
- η ανάθεση σε άτομο ή άτομα συγκεκριμένης ενέργειας, συνήθως επίσημης ή σχετικά περίπλοκης ή απαιτητικής σε υπευθυνότητα. Επίσης η ανάθεση έργου που ίσως χρειάζεται να διεκπεραιωθεί κάπου μακριά
- γυναικείο επώνυμο
- γυναικείο όνομα
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Αποστόλης accusative, genitive, singular, vocative
- η ανάθεση σε υπηρεσία (π.χ. στα ΕΛΤΑ) ή σε πρόσωπο να μεταφέρει ένα αντικείμενο και η διεκπεραίωση της μεταφοράς. Το αντικείμενο της αποστολής "Καταμέτρηση των αποστολών".
- η αντιπροσωπεία αυτή καθαυτή "Η αποστολή του ΟΗΕ για τις διαπραγματεύσεις έφτασε όταν πια δεν είχε νόημα".
- ο βασικός σκοπός ύπαρξης εταιρείας "Αποστολή, Αρχές, Αξίες και Πολιτικές".
Ισοδύναμα
Català
encàrrec
Dansk
ærinde
Deutsch
Abfertigung
Auftrag
Besorgung
Einsatz
Entdeckungsfahrt
Entdeckungsreise
Erledigung
Expedition
Mission
Sendung
Warensendung
English
consignment
delegation
dispatch
Errand
Expedition
expedition
function
mission
mission
Shipment
Esperanto
ekspedicio
Suomi
asia
homma
kaupinta
lähetys
löytöretkeily
löytöretki
meno
postilähetys
retki
retkikunta
sana
tavaraerä
tavaralähetys
tehtävä
tutkimusmatka
tutkimusretki
viesti
Հայերեն
արշավ
Bahasa Indonesia
ekspedisi
Kurdî
sefer
Македонски
експедиција
Polski
ekspedycja
misja
pośpiech
posyłka
przekazanie
przesłanka
przesyłka
rajd
sprawa
wyprawa
wysyłka
Русский
весточка
весть
задание
задача
командировка
миссия
партия
поруче́ние
послание
призвание
самолёто-вылет
сообщение
экспедиция
Українська
експедиція
Επίπεδο CEFR
A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free