Meaning of θέλημα | Babel Free
/ˈθe.li.ma/Ορισμοί
- η βούληση, ιδιαίτερα όταν έχει να κάνει με το θεό
- μικρή εργασία ή αποστολή που εκτελείται για λογαριασμό άλλου
- εργασία που εκτελεί ο παραγγελιοδόχος με αμοιβή (χρηματική ή σε είδος)
Ισοδύναμα
English
Errand
Παραδείγματα
“ήτανε θέλημα θεού η Ντόλυ να τον μπλέξει”
“γεννηθήτω το θέλημά σου”
“ο παππούς τον έστελνε για θελήματα και όταν γύριζε τον φίλευε λουκούμι”
“στο χωριό είχαμε παραγγελιοδόχο για τα θελήματα, στις μέρες μας υπάρχουν εξειδικευμένες εταιρείες”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.