HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

τσάντα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR A2 Frequent
ˈt͡san.da

Ορισμοί

  1. φορητή θήκη για πράγματα, συνήθως από δέρμα ή ύφασμα, με χερούλια ή χωρίς
  2. γυναικείο επώνυμο

Ισοδύναμα

Españolbolso
20 more languages
Češtinakabelka
Cymraegbag llaw
DeutschHandtasche
Italianoborsetta
ქართულიხელჩანთა
ភាសាខ្មែរកាបូបយួរ
Bahasa Melayubeg tangan
Nederlandshandtastasje
Polskitorebka
Portuguêsmala
Românăgeantă
Українськасу́мочка
O'zbekchasumka
中文皮包
繁體中文皮包

Παραδείγματα

“γυναικεία τσάντα”
“μαθητική τσάντα”
“κρεμαστή τσάντα”
“※ Κοσμηματοπωλεία, παλαιοπωλεία, υφασματοπωλεία, μαγαζιά που πουλούσαν πολύχρωμες μαντίλες, άλλα με δερμάτινα ρούχα και τζιν, με διακοσμητικά πήλινα πιάτα τοίχου, με πλεχτές τσάντες, χριστιανικές εικόνες, γκραβούρες με τοπία της Πόλης, τάβλια, πολύχρωμες λάμπες, πολυελαίους και φανάρια· υπήρχαν και καφενεία, ζαχαροπλαστεία με μπακλαβαδάκια, τουλούμπες, σεκέρ παρέ, κανταΐφια, κόκκους καφέ και λουκούμια με ροδέλαιο. Όλα τα καλά του κόσμου.”

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη τσάντα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free