HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πλευρά

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR A2 Common
pleˈvɾa

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. ένα ευθύγραμμο τμήμα ενός επίπεδου γεωμετρικού σχήματος
  3. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πλευρό
    accusative, nominative, plural, vocative
  4. ένα επίπεδο τμήμα της εξωτερικής επιφάνειας ενός στερεού σώματος
  5. το μέρος της εξωτερικής επιφάνειας ενός στερεού σώματος που φαίνεται από μία συγκεκριμένη οπτική γωνία
  6. η μία από τις δύο περιοχές μίας επιφάνειας ή χώρου που ορίζονται από μία (νοητή) γραμμή
  7. οπτική γωνία, άποψη, όψη
    figuratively
  8. η αντίθετη άποψη
    figuratively
  9. καθένα από τα οστά που βρίσκονται στο πλάγιο μέρος του θώρακα των θηλαστικών ζώων

Ισοδύναμα

EnglishFlankhandribside
Españolcostilla
FrançaiscôtécotenervureogiveRIB
15 more languages
العربيةضلعي
עבריתצד
日本語
Kurdîrib
Nederlandsnerfribribberibbel
Portuguêscostela
Türkçeegekaburga
繁體中文排骨肋骨

Παραδείγματα

στη δυτική πλευρά του κτιρίου”

on the west side of the building

“η αίθουσα είχε δύο πλευρές με καθίσματα”

the room has two sides with seats

“Ένα τρίγωνο έχει τρεις κορυφές, τρεις πλευρές και τρεις γωνίες.”

A triangle has three points, three sides and three angles.

“η δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου”

the right-hand side of the car

“ο κύκλος δεν έχει πλευρές”
“πόσες πλευρές έχει ένας κύλινδρος;”
“η σκοτεινή πλευρά της Σελήνης”
στην Κύπρο οδηγούν στη αριστερή πλευρά του δρόμου”
“κατευθυνθείτε προς τη δεξιά πλευρά του πλοίου”
“να δούμε όλες τις πλευρές του θέματος”
“οφείλεις πάντα να ακούς και την άλλη πλευρά”

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πλευρά σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free