Meaning of τέσσερα | Babel Free
/ˈte.se.ɾa/Ορισμοί
- το απόλυτο αριθμητικό (4) που ακολουθεί το τρία και προηγείται του πέντε
- ονομαστική και αιτιατική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τέσσερις
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.