Σημασία του φέρω | Babel Free
ˈfe.ɾoΟρισμοί
- λόγια μορφή του φέρνω στον Ενεστώτα· τα δύο ρήματα μοιράζονται το ίδιο αοριστικό θέμα φερ (θα φέρω, έφερα, έχω φέρει κ.λπ.)
- α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος φέρνω
- κρατώ το βάρος κάποιου πράγματος, υποβαστάζω
- θα φέρω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος φέρνω
- έχω πάνω μου
- σχεδιάζω γραμμή
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of φέρω.
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“τέσσερα τόξα φέρουν το βάρος του θόλου”
“ο νεκρός φέρει πολλαπλά τραύματα στην κοιλιακή χώρα”
“ο ναός φέρει διακόσμηση από ψηφιδωτά”
“ο ύποπτος έφερε έναν εκρηκτικό μηχανισμό”
“φέρουμε ευθεία εφαπτομένη του κύκλου στο σημείο Α”
Επίπεδο CEFR
A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free