Meaning of φεσώνομαι | Babel Free
Ορισμοί
- δεν μου εξοφλούν δάνειο, αρνούνται να μου δώσουν όσα μου οφείλουν
- υφίσταμαι κάτι δυσάρεστο.
- με επιβαρύνουν, με φορτώνουν με κάτι/κάποιον.
Παραδείγματα
“Φεσώθηκα 2.000 ευρώ”
“Αντί να διασκεδάσουμε, φεσωθήκαμε (πιθανόν με την έννοια ότι «δεν έπιασαν τόπο» τα λεφτά που δώσαμε για να ψυχαγωγηθούμε)”
“Σαν να μην έφτανε που θα οδηγούσα 3 ώρες, φεσώθηκα να κουβαλήσω και τη θεία Μαρίκα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.