HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← φέρω — definición

Conjugation of φέρω

Regular CEFR A2
/ˈfe.ɾo/

λόγια μορφή του φέρνω στον Ενεστώτα· τα δύο ρήματα μοιράζονται το ίδιο αοριστικό θέμα φερ (θα φέρω, έφερα, έχω φέρει κ.λπ.) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φέρω
εσύ φέρεις
αυτός / αυτή / αυτό φέρει
εμείς φέρουμε
εσείς φέρετε
αυτοί / αυτές / αυτά φέρουν
Παρατατικός
εγώ έφερα
εσύ έφερες
αυτός / αυτή / αυτό έφερε
εμείς φέραμε
εσείς φέρατε
αυτοί / αυτές / αυτά έφεραν
Αόριστος
εγώ έφερα
εσύ έφερες
αυτός / αυτή / αυτό έφερε
εμείς φέραμε
εσείς φέρατε
αυτοί / αυτές / αυτά έφεραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φέρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φέρω
εσύ φέρεις
αυτός / αυτή / αυτό φέρει
εμείς φέρουμε
εσείς φέρετε
αυτοί / αυτές / αυτά φέρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ φέρε
εσείς φέρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φέρε
εσείς φέρτε
Απαρέμφατο αορίστου
φέρει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φέρομαι
εσύ φέρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό φέρεται
εμείς φερόμαστε
εσείς φέρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά φέρονται
Παρατατικός
εγώ φερόμουν
εσύ φερόσουν
αυτός / αυτή / αυτό φερόταν
εμείς φερόμασταν
εσείς φερόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά φέρονταν
Αόριστος
εγώ φέρθηκα
εσύ φέρθηκες
αυτός / αυτή / αυτό φέρθηκε
εμείς φερθήκαμε
εσείς φερθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά φέρθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φερθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φερθώ
εσύ φερθείς
αυτός / αυτή / αυτό φερθεί
εμείς φερθούμε
εσείς φερθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά φερθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς φέρεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς φερθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
φερθεί

Más conjugaciones

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary