Meaning of αυτής | Babel Free
/aˈftis/Ορισμοί
- θηλυκό του Αυτού
-
γενική ενικού, θηλυκού γένους του αυτός feminine, genitive, singular
Παραδείγματα
“το όνομα αυτής της γυναίκας”
this woman's name, the name of this woman
“※ «Με βαθιά θλίψη η Αυτής Μεγαλειότης η βασίλισσα ανακοινώνει τον θάνατο του αγαπημένου της συζύγου, της Αυτού Βασιλικής Υψηλότητος πρίγκιπα Φίλιππου, Δούκα του Εδιμβούργου», ανέφερε η ανακοίνωση του Μπάκιγχαμ. (www.kathimerini.gr, 09.04.2021)”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.