Meaning of ζωγράφος | Babel Free
/zoˈɣɾa.fos/Ορισμοί
- ανδρικό όνομα
- καλλιτέχνης που ζωγραφίζει, ασχολείται με τη ζωγραφική
- ανδρικό επώνυμο
-
προάστιο της Αθήνας dated
Ισοδύναμα
English
painter
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.