Meaning of μανίκι | Babel Free
Ορισμοί
το τμήμα ενός ρούχου που περιβάλλει το χέρι από τον ώμο καί κάτω, μέχρι τον καρπό
Ισοδύναμα
English
sleeve
Παραδείγματα
“※ Σκούπισε το τζάμι με το μανίκι του. (Νίκος Καββαδίας, Βάρδια)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.