Σημασία του ποσοστά | Babel Free
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ποσοστό
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Τα ποσοστά ανεργίας μειώθηκαν φέτος.”
The unemployment rates decreased this year.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free