HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κάλτσα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Standard
/ˈkal.t͡sa/

Ορισμοί

  1. ρούχο που εφαρμόζει στο πόδι από το πέλμα μέχρι τον αστράγαλο (κοντές κάλτσες) ή μέχρι το γόνατο ή και ψηλότερα (μακριές κάλτσες)
  2. γυναικείο επώνυμο

Ισοδύναμα

English Sock stocking

Παραδείγματα

“κάλτσες νάιλον”

nylon stockings

“※ Τα λασπωμένα παπούτσια, οι στραβοβαλμένες κάλτσες, τ' ανακατωμένα μαλλιά, η τσαλακωμένη κομπιναιζόν.”
“※ Τὸ ὄνομα ξενίζει στοὺς ἀλλουνοὺς τοὺς Αἰτωλούς . Αὐτοὶ τὴ γυναίκεια κάλτσα τὴν ξέρουν μόνο μὲ τὸ ὄνομα «τσουράπι» (Δημήτρης Λουκόπουλος, Πως υφαίνουν και ντύνονται οι Αιτωλοί, κεφάλαιο: Οι γυναικείες κάλτσες (τσουράπια}, Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, 1927, σελ. 83)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κάλτσα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course