HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κάλτσα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Standard
ˈkal.t͡sa

Ορισμοί

  1. ρούχο που εφαρμόζει στο πόδι από το πέλμα μέχρι τον αστράγαλο (κοντές κάλτσες) ή μέχρι το γόνατο ή και ψηλότερα (μακριές κάλτσες)
  2. γυναικείο επώνυμο

Ισοδύναμα

34 more languages

Παραδείγματα

“κάλτσες νάιλον”

nylon stockings

“※ Τα λασπωμένα παπούτσια, οι στραβοβαλμένες κάλτσες, τ' ανακατωμένα μαλλιά, η τσαλακωμένη κομπιναιζόν.”
“※ Τὸ ὄνομα ξενίζει στοὺς ἀλλουνοὺς τοὺς Αἰτωλούς . Αὐτοὶ τὴ γυναίκεια κάλτσα τὴν ξέρουν μόνο μὲ τὸ ὄνομα «τσουράπι» (Δημήτρης Λουκόπουλος, Πως υφαίνουν και ντύνονται οι Αιτωλοί, κεφάλαιο: Οι γυναικείες κάλτσες (τσουράπια}, Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, 1927, σελ. 83)”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κάλτσα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free