HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του κάλτσα | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Standard
ˈkal.t͡sa

Ορισμοί

  1. ρούχο που εφαρμόζει στο πόδι από το πέλμα μέχρι τον αστράγαλο (κοντές κάλτσες) ή μέχρι το γόνατο ή και ψηλότερα (μακριές κάλτσες)
  2. γυναικείο επώνυμο

Ισοδύναμα

Afrikaans kous sokkie
العربية جوارب خلخال
Български чорап
Català mitjà mitjà
Dansk sok strømpe
Ελληνικά δαχτυλήθρα
Esperanto ŝtrumpeto ŝtrumpo
Español calcetín dedal media media media
Eesti sokk
עברית גרב גרב
हिन्दी कड़ा घुँघरू
Magyar zokni
Íslenska sokkur
Italiano calza calza calzino calzino pedalino
한국어 양말
Latina periscelis
Nederlands enkelband kous sok vingerhoed
Português meia peúga soco tornozeleira
Slovenčina ponožka
Slovenščina nogavica
Svenska socka strumpa
ไทย ไก่
Türkçe çorap halhal kefne yüksük
Tiếng Việt quần tất

Παραδείγματα

“κάλτσες νάιλον”

nylon stockings

“※ Τα λασπωμένα παπούτσια, οι στραβοβαλμένες κάλτσες, τ' ανακατωμένα μαλλιά, η τσαλακωμένη κομπιναιζόν.”
“※ Τὸ ὄνομα ξενίζει στοὺς ἀλλουνοὺς τοὺς Αἰτωλούς . Αὐτοὶ τὴ γυναίκεια κάλτσα τὴν ξέρουν μόνο μὲ τὸ ὄνομα «τσουράπι» (Δημήτρης Λουκόπουλος, Πως υφαίνουν και ντύνονται οι Αιτωλοί, κεφάλαιο: Οι γυναικείες κάλτσες (τσουράπια}, Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, 1927, σελ. 83)”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κάλτσα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free