Meaning of κουκούλα | Babel Free
/kuˈkula/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- κάλυμμα της κεφαλής προσαρτημένο σε ένα άλλο ρούχο, π.χ. παλτό, αδιάβροχο κ.λπ.
- γυναικείο όνομα
- κάλυμμα της κεφαλής με οπές για τα μάτια, τη μύτη και το στόμα
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Κουκούλας)
- προστατευτικό κάλυμμα για οχήματα
Παραδείγματα
“Φορούσε μια κουκούλα, ώστε να μη δεις το πρόσωπό της.”
She was wearing a hood so you could not see her face.
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.