HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κουκούλα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Standard
/kuˈkula/

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. κάλυμμα της κεφαλής προσαρτημένο σε ένα άλλο ρούχο, π.χ. παλτό, αδιάβροχο κ.λπ.
  3. γυναικείο όνομα
  4. κάλυμμα της κεφαλής με οπές για τα μάτια, τη μύτη και το στόμα
  5. γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Κουκούλας)
  6. προστατευτικό κάλυμμα για οχήματα

Ισοδύναμα

English balaclava Hood

Παραδείγματα

“Φορούσε μια κουκούλα, ώστε να μη δεις το πρόσωπό της.”

She was wearing a hood so you could not see her face.

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κουκούλα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course