Meaning of ρίζα | Babel Free
/ˈɾi.za/Ορισμοί
- το μέρος φυτού που είναι ριζωμένο στο χώμα
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- γυναικείο επώνυμο
-
ρίζες, πρόποδες literary, vulgar
-
η πηγή, η αιτία αρνητικού φαινομένου ή προβλήματος figuratively
-
η καταγωγή, ως ενωτικό στοιχείο με το παρελθόν broadly, figuratively, plural-normally
-
σχέσεις, δεσμοί, αισθήματα που δένουν κάποιον σε έναν τόπο broadly, figuratively, plural-normally
-
το κατώτερο μέρος figuratively, plural
-
οι πρόποδες figuratively, plural
- το αρχικό και αμετάβλητο μέρος μιας λέξης από το οποίο μπορούν να παράγονται πολλά θέματα
- αριθμός ο οποίος μηδενίζει την τιμή μιας συνάρτησης
-
αριθμός ο οποίος μηδενίζει την τιμή της συνάρτησης χ στην νιοστή (χ^ν) especially
- ομάδα ατόμων που δεν υφίσταται μεταβολή στην διάρκεια μιας χημικής αντίδρασης
Παραδείγματα
“Μερικά λαχανικά, όπως το καρότο, είναι ρίζες και όχι καρποί.”
“Την ρίζα του προβλήματος την ξέρουμε όλοι.”
“Έβγαλε ρίζες στο εξωτερικό και δεν λέει να γυρίσει εδώ παρά για λίγο.”
“Το χωριό βρίσκεται στις ρίζες του βουνού.”
“Το αρχικό τμήμα γραφ-, που απ' αυτό παράγονται με ποικίλους μορφοφωνολογικούς κανόνες όλες οι λέξεις της ομάδας αυτής, λέγεται ρίζα.”
“Μια συνάρτηση μπορεί να μην έχει καμία ρίζα.”
“Η τετραγωνική ρίζα του δύο είναι άρρητος αριθμός.”
“Η τρίτη ρίζα του 9 είναι το 3.”
“η τετραγωνική ρίζα του x συμβολίζεται απλά με: √.”
“Η νιτρική ρίζα (NO⁻₃) αποτελείται από ένα άτομο αζώτου και τρία άτομα οξυγόνου και είναι φορτισμένη αρνητικά.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.