Meaning of ταβέρνα | Babel Free
/taˈveɾ.na/Ορισμοί
- λαϊκό εστιατόριο ελληνικής κουζίνας που προσφέρει και κρασί βαρελίσιο
- κέντρο διασκέδασης και εστιατόριο
- οινομαγειρείο
Παραδείγματα
“※ Η Τερέζα είχε βαρεθεί να γυρίζει στα χωριά, να λέει μπούρδες λες και ήταν πραγματικές μαντείες, να κοιμάται σε ξένα κρεβάτια, να της τάζουν παλάτια και να εννοούν καλύβια, να σχολιάζουν τις βυζάρες της άξεστοι χωριάτες, να τρώει αηδίες στις ταβέρνες και ν' ανέχεται τη ζήλια των συναδέλφων της. (Ευγενία Φακίνου, Το τρένο των νεφών, εκδ. Καστανιώτη, 2011)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.