Σημασία του εσώρουχο | Babel Free
eˈsoɾuxoΟρισμοί
ρούχα μεταξύ γυμνού σώματος & εξωτερικών ρούχων
Ισοδύναμα
العربية
غلالة
Cymraeg
crys
Français
sous-vêtement
हिन्दी
अधोवस्त्र
Bahasa Indonesia
dalaman
日本語
下着
한국어
속옷
മലയാളം
അടിവസ്ത്രം
Polski
bielizna
Svenska
underplagg
தமிழ்
உள்ளாடை
ไทย
ชุดชั้นใน
Tiếng Việt
nội y
繁體中文
內衣
Παραδείγματα
“Η γυναίκα μου έχει μαγαζί που πουλάει γυναικεία ρούχα και εσώρουχα.”
My wife has a shop that sells women's clothes and underwear.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free