διακίνηση
Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διακινώ
- η μεταφορά, η μετακίνηση, η διάθεση, η διανομή (ανθρώπων, εμπορευμάτων, οικονομικών ή πνευματικών αγαθών κ.λπ.)
-
η διάδοση, η εξάπλωση figuratively
Ισοδύναμα
25 more languages
Češtinašíření
Gàidhligsgaoileadh
हिन्दीतस्करी
한국어확산
Македонскираспростирање
Bahasa Melayupenyebaran
Polskipropagacja
Portuguêsdisseminação
Svenskaspridning
Kiswahiliusambazaji
اردوپھیلاو
Παραδείγματα
“διακίνηση ναρκωτικών”
drug trafficking
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free