Meaning of αύρα | Babel Free
/ˈa.vɾa/Ορισμοί
- το ελαφρό αεράκι που γίνεται ελάχιστα αισθητό
- γυναικείο όνομα
- το υποθετικό, ορατό από μυημένους, υλικό που περιβάλλει ζωντανά ή νεκρά αντικείμενα
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
-
η αίσθηση που προκαλεί ένα άτομο στο περιβάλλον του figuratively
- το τροχοφόρο όχημα της αστυνομίας που χρησιμοποιείται κυρίως για καταστολή διαδηλώσεων
Ισοδύναμα
English
Aura
Παραδείγματα
“θαλάσσια αύρα”
sea breeze
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.