Meaning of λείψω | Babel Free
/ˈli.pso/Ορισμοί
- α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λείπω
- θα λείψω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος λείπω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.