Meaning of πλάγια | Babel Free
/ˈpla.ʝi.os/Ορισμοί
- λόγια εκφορά του θηλυκού του επιθέτου πλάγιος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πλάγιος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (πλάγιο) του πλάγιος
Παραδείγματα
“λόγιο: πλαγία”
“Έφερε το συμφέρον για εκείνον αποτέλεσμα δια της πλαγίας οδού”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.