Σημασία του δυνατές | Babel Free
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δυνατή
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Οι δυνατές γυναίκες δεν φοβούνται τις προκλήσεις.”
Strong women are not afraid of challenges.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free