Meaning of ακουστικό | Babel Free
Ορισμοί
- η συσκευή ή το τμήμα συσκευής που βάζουμε στο αφτί μας για να ακούσουμε
-
το μέρος ενός τηλεφώνου που ακουμπάμε στο αφτί μας για να ακούσουμε especially
Παραδείγματα
“Δεν λειτουργούν τα ακουστικά μου.”
My earphones don't work.
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.