HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ακουστικό

Ουσιαστικό CEFR C2 Standard

Ορισμοί

  1. η συσκευή ή το τμήμα συσκευής που βάζουμε στο αφτί μας για να ακούσουμε
  2. το μέρος ενός τηλεφώνου που ακουμπάμε στο αφτί μας για να ακούσουμε
    especially

Ισοδύναμα

47 more languages
Azərbaycan diliqulaqlıq
Bosanskiaparatručka
Catalàauricular
Cymraegclustffon
Euskaraaudifono
فارسیسمعک
Gaeilgecluasán
Gàidhligfòn-cluaise
ગુજરાતીકાનદટ્ટો
Hrvatskiaparatručka
Հայերենականջակալ
ქართულიყურსასმენი
Қазақ тіліқұлаққап
Кыргызчакулаккап
Македонскислушалки
മലയാളംഇയർഫോൺ
Монголчихэвч
Bahasa Melayufon kepala
မြန်မာနားကြပ်
Shqipkufje
Српскиaparatručka
Türkçekulaklık

Παραδείγματα

Δεν λειτουργούν τα ακουστικά μου.”

My earphones don't work.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ακουστικό σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free