HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ακουστικό | Babel Free

Noun CEFR C2 Standard

Ορισμοί

  1. η συσκευή ή το τμήμα συσκευής που βάζουμε στο αφτί μας για να ακούσουμε
  2. το μέρος ενός τηλεφώνου που ακουμπάμε στο αφτί μας για να ακούσουμε
    especially

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“Δεν λειτουργούν τα ακουστικά μου.”

My earphones don't work.

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ακουστικό used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course