γερμανική
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του γερμανικός
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Μαθαίνει τη γερμανική γλώσσα εδώ και δύο χρόνια.”
She has been learning the German language for two years.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free