εφηβεία
Ορισμοί
το στάδιο της ζωής του ανθρώπου μεταξύ της παιδικής ηλικίας και της ενηλικίωσης που σηματοδοτείται από την ανάπτυξη των δευτερογενών γνωρισμάτων του φύλου και την πορεία προς την πλήρη διαμόρφωση της προσωπικότητας του ατόμου και την ωριμότητα
Ισοδύναμα
38 more languages
Беларускаямаладо́сць
Българскию́ношество
Danskopvækst
Ελληνικάήβη
Esperantoadolesko
Gàidhligòige
Հայերենպատանեկություն
Bahasa Indonesiaadolesens
Latinapubertas
Bahasa Melayubaligh
తెలుగుకౌమారము
Παραδείγματα
“Η εφηβεία είναι μια περίοδος μεγάλων αλλαγών.”
Adolescence is a period of great changes.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free