Σημασία του εφηβεία | Babel Free
e.fiˈvi.aΟρισμοί
το στάδιο της ζωής του ανθρώπου μεταξύ της παιδικής ηλικίας και της ενηλικίωσης που σηματοδοτείται από την ανάπτυξη των δευτερογενών γνωρισμάτων του φύλου και την πορεία προς την πλήρη διαμόρφωση της προσωπικότητας του ατόμου και την ωριμότητα
Ισοδύναμα
Беларуская
маладо́сць
Български
ю́ношество
Dansk
opvækst
Ελληνικά
ήβη
Esperanto
adolesko
Gàidhlig
òige
Հայերեն
պատանեկություն
Bahasa Indonesia
adolesens
Latina
pubertas
Bahasa Melayu
baligh
Русский
молодость
отрочество
подростковый возраст
подросток
полова́я зре́лость
полово́е созрева́ние
юность
తెలుగు
కౌమారము
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free