HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of προσωπικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2 Standard
/pɾo.so.piˈkos/

Ορισμοί

  1. που αναφέρεται στο πρόσωπο δηλαδή στο μπροστινό τμήμα του κεφαλιού
  2. που αναφέρεται στο πρόσωπο δηλαδή σε κάποιο άτομο
  3. που αναφέρεται σε πρόσωπο
  4. που ανήκει σε ένα μόνο πρόσωπο και όχι σε πολλά
  5. που γίνεται με άμεση επαφή και όχι εμμέσως

Ισοδύναμα

English Intimate personal

Παραδείγματα

“προσωπική αντωνυμία”

personal pronoun

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See προσωπικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course