Meaning of προσωπικός | Babel Free
/pɾo.so.piˈkos/Ορισμοί
- που αναφέρεται στο πρόσωπο δηλαδή στο μπροστινό τμήμα του κεφαλιού
- που αναφέρεται στο πρόσωπο δηλαδή σε κάποιο άτομο
- που αναφέρεται σε πρόσωπο
- που ανήκει σε ένα μόνο πρόσωπο και όχι σε πολλά
- που γίνεται με άμεση επαφή και όχι εμμέσως
Παραδείγματα
“προσωπική αντωνυμία”
personal pronoun
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.