Meaning of ταύρος | Babel Free
/ˈta.vɾos/Ορισμοί
- όνομα αστερισμού του βόρειου ημισφαιρίου. Ανήκει στους 48 αστερισμούς που σημειώθηκαν πρώτη φορά στην αρχαιότητα από τον Πτολεμαίο και στους 88 επίσημους αστερισμούς που το 1922 θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση
- θηλαστικό: αρσενικό βόδι, ικανό προς αναπαραγωγή
- το δεύτερο ζώδιο του ζωδιακού κύκλου που θεωρείται ότι κυριαρχεί από 20 Απριλίου ως 20 Μαΐου
-
δυνατός άντρας figuratively
- οροσειρά της Τουρκίας
-
πολύ θυμωμένος figuratively
- προάστιο της Αθήνας
Παραδείγματα
“συντομογραφία: Tau”
“(κατ’ επέκταση) άνθρωπος που γεννήθηκε σ'αυτό το ζώδιο”
“«Ταύρος μαινόμενος εντός υαλοπωλείου» έγινε πάλι με τα καμώματα της πεθεράς του!!!”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.