HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ομπρέλα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Standard
/omˈbɾe.la/

Ορισμοί

  1. αντικείμενο που αποτελείται από μεταλλικό ή ξύλινο σκελετό πάνω στον οποίο τεντώνεται ύφασμα σε στρογγυλό σχήμα· ανοίγει ώστε να προστατέψει κάποιον από βροχή, ήλιο κ.λπ.
  2. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του ομπρελάς
    accusative, genitive, singular, vocative
  3. οτιδήποτε προστατεύει από κάτι απειλητικό ή επικίνδυνο
    figuratively

Ισοδύναμα

English Umbrella

Παραδείγματα

“※ Περπατούσε και βρεχόταν και διόλου δε θυμήθηκε ότι στο αριστερό του χέρι είχε περασμένη την ομπρέλα του. (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)”
“※ Το σενάριο εξόδου από το ευρώ αποκλείεται λόγω κόστους (υποτίμηση δραχμής σημαίνει ανατίμηση χρέους και εξυπηρέτησής του, απώλεια σχετικής φερεγγυότητας από κοινοτική ομπρέλα, ακριβές διαδικασίες μετάβασης)... (Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 21/2/2010)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ομπρέλα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course