δέσιμο
Ορισμοί
- η ενέργεια του δένω (για σχοινιά, αντικείμενα που δένονται μαζί για να αποτελέσουν ένα σύνολο)
- η επίδεση (για τραύματα)
- η συναρμολόγηση (για μηχανισμούς, αντικείμενα)
- η βιβλιοδεσία (για βιβλία)
- η ψυχική και συναισθηματική εγγύτητα, η ύπαρξη συναισθηματικών δεσμών ανάμεσα σε πρόσωπα
- ο σχηματισμός του καρπού από το άνθος
- ο σχηματισμός μιας ομοιόμορφης, πυκνής μάζας
Ισοδύναμα
20 more languages
العربيةربط
Българскихармо́ния
Gàidhligcàirdeas
עבריתא־ס־ר
हिन्दीबंदिश
日本語交感
한국어매임
Latinaalligansalligatioconstringensdestinansevinciensligansligaturanectenspraeligansrevinciensvinciens
Українськавзаєморозуміння
Παραδείγματα
“Το δέσιμο του πακέτου έγινε με γερό σχοινί.”
The tying of the package was done with a strong rope.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free