HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ρέλι | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. στενόμακρο υφασμάτινο κομμάτι που ενισχύει τις άκρες υφάσματος, ταπετσαρίας, χαλιού κ.ο.κ.
  2. στενόμακρη χάρτινη λωρίδα που ενισχύει τις άκρες ενός φύλλου χαρτιού ή ενός βιβλίου
  3. ρέλια: τα προστατευτικά κάγκελα ενός πλοίου
    plural

Παραδείγματα

“※ Τρελὸς μουσώνας ράγισε μεσονυχτὶς τὰ ρέλια. (⌘ Νίκος Καββαδίας, Μουσώνας)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ρέλι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course