Meaning of ρέλι | Babel Free
Ορισμοί
- στενόμακρο υφασμάτινο κομμάτι που ενισχύει τις άκρες υφάσματος, ταπετσαρίας, χαλιού κ.ο.κ.
- στενόμακρη χάρτινη λωρίδα που ενισχύει τις άκρες ενός φύλλου χαρτιού ή ενός βιβλίου
-
ρέλια: τα προστατευτικά κάγκελα ενός πλοίου plural
Παραδείγματα
“※ Τρελὸς μουσώνας ράγισε μεσονυχτὶς τὰ ρέλια. (⌘ Νίκος Καββαδίας, Μουσώνας)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.