HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ρέλι

Ουσιαστικό CEFR B1

Ορισμοί

  1. στενόμακρο υφασμάτινο κομμάτι που ενισχύει τις άκρες υφάσματος, ταπετσαρίας, χαλιού κ.ο.κ.
  2. στενόμακρη χάρτινη λωρίδα που ενισχύει τις άκρες ενός φύλλου χαρτιού ή ενός βιβλίου
  3. ρέλια: τα προστατευτικά κάγκελα ενός πλοίου
    plural

Ισοδύναμα

16 more languages

Παραδείγματα

“※ Τρελὸς μουσώνας ράγισε μεσονυχτὶς τὰ ρέλια. (⌘ Νίκος Καββαδίας, Μουσώνας)”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ρέλι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free