Meaning of συμπάθεια | Babel Free
/simˈba.θi.a/Ορισμοί
- θετική, συναισθηματικά, στάση απέναντι σε κάτι ή κάποιον
- ενδιαφέρον για κάποιον ή κάτι
- το αντικείμενο της συμπάθειας
- συναισθηματικό δέσιμο μεταξύ ατόμων που οδηγεί στη δημιουργία αντίστοιχων συναισθημάτων
- φαινόμενο κατά το οποίο ένα όργανο του σώματος αποκτά τα ίδια συμπτώματα με άλλο
- φαινόμενο κατά το οποίο ένα υλικό αποκτά μερικές ή παρεμφερείς ή όλες τις ιδιότητες άλλου
Παραδείγματα
“τρέφει μεγάλη συμπάθεια για τη Μαρία”
“έχει ιδιαίτερη συμπάθεια στα ψηλά καπέλα”
“ο μεγάλος μου ανιψιός είναι η συμπάθειά μου”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.