Meaning of διψάω | Babel Free
/ðiˈpsa.o/Ορισμοί
- νιώθω την επιθυμία να πιω (ή ν’ απορροφήσω) νερό ή άλλο υγρό
-
επιθυμώ κάτι πάρα πολύ figuratively
Ισοδύναμα
English
thirst
Παραδείγματα
“※ Αρνήθηκα να πιω και της είπα ότι δε δίψαγα. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ο γύψος. Συλλογή διηγημάτων Δεκαοχτώ κείμενα. Αθήνα: Κέδρος, 1970)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.