Conjugation of διψάω
ðiˈpsa.oνιώθω την επιθυμία να πιω (ή ν’ απορροφήσω) νερό ή άλλο υγρό Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διψάω |
| εσύ | διψάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | διψάει |
| εμείς | διψάμε |
| εσείς | διψάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διψάνε |
Παρατατικός
| εγώ | διψούσα |
| εσύ | διψούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διψούσε |
| εμείς | διψούσαμε |
| εσείς | διψούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διψούσαν |
Αόριστος
| εγώ | δίψασα |
| εσύ | δίψασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δίψασε |
| εμείς | διψάσαμε |
| εσείς | διψάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δίψασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διψάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διψάσω |
| εσύ | διψάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διψάσει |
| εμείς | διψάσουμε |
| εσείς | διψάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διψάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | δίψα |
| εσείς | διψάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δίψασε |
| εσείς | διψάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διψάσει |