HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← διψάω — definition

Conjugation of διψάω

Regular CEFR C2
ðiˈpsa.o

νιώθω την επιθυμία να πιω (ή ν’ απορροφήσω) νερό ή άλλο υγρό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διψάω
εσύ διψάς
αυτός / αυτή / αυτό διψάει
εμείς διψάμε
εσείς διψάτε
αυτοί / αυτές / αυτά διψάνε
Παρατατικός
εγώ διψούσα
εσύ διψούσες
αυτός / αυτή / αυτό διψούσε
εμείς διψούσαμε
εσείς διψούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά διψούσαν
Αόριστος
εγώ δίψασα
εσύ δίψασες
αυτός / αυτή / αυτό δίψασε
εμείς διψάσαμε
εσείς διψάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά δίψασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διψάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διψάσω
εσύ διψάσεις
αυτός / αυτή / αυτό διψάσει
εμείς διψάσουμε
εσείς διψάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά διψάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ δίψα
εσείς διψάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δίψασε
εσείς διψάστε
Απαρέμφατο αορίστου
διψάσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary