ηρεμιστικό
Ορισμοί
φάρμακο που επιδρά ηρεμιστικά, που καταπραΰνει ψυχολογικές εξάρσεις και έντονα συναισθήματα.
Ισοδύναμα
25 more languages
Bosanskisedativ
Catalàsedant
Esperantotrankviligilo
हिन्दीशामक
Hrvatskisedativ
Magyarnyugtatószer
한국어진정제
Српскиsedativ
Türkçeyatıştırıcı
Tiếng Việtlàm dịu
中文鎮靜劑
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free