HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πορνεία | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Standard
/poɾˈni.a/

Ορισμοί

  1. η έναντι αμοιβής προσφορά σεξουαλικών υπηρεσιών
  2. η ανηθικότητα, η ακολασία
    general

Ισοδύναμα

English prostitution

Παραδείγματα

“※ Η μετάβαση λοιπόν στη βιομηχανική εποχή που ακολούθησε την αγροτική οικονομία και κοινωνία, συνδέθηκε με τις επιδρομές των ληστών, την παράνομη οπλοκατοχή αλλά και το λαθρεμπόριο. Κατόπιν, η μετάβαση στην καταναλωτική κοινωνία, είχε ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη του οργανωμένου εγκλήματος, το οποίο σε εκείνη τη φάση είχε ως αντικείμενο κυρίως τον έλεγχο της πορνείας, του τζόγου, του αλκοόλ κλπ.”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πορνεία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course