Meaning of πορνεία | Babel Free
/poɾˈni.a/Ορισμοί
- η έναντι αμοιβής προσφορά σεξουαλικών υπηρεσιών
-
η ανηθικότητα, η ακολασία general
Ισοδύναμα
English
prostitution
Παραδείγματα
“※ Η μετάβαση λοιπόν στη βιομηχανική εποχή που ακολούθησε την αγροτική οικονομία και κοινωνία, συνδέθηκε με τις επιδρομές των ληστών, την παράνομη οπλοκατοχή αλλά και το λαθρεμπόριο. Κατόπιν, η μετάβαση στην καταναλωτική κοινωνία, είχε ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη του οργανωμένου εγκλήματος, το οποίο σε εκείνη τη φάση είχε ως αντικείμενο κυρίως τον έλεγχο της πορνείας, του τζόγου, του αλκοόλ κλπ.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.