HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ασπιρίνη | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Standard
/a.spiˈɾi.ni/

Ορισμοί

  1. φαρμακευτικό σκεύασμα που έχει ως δραστική ουσία το ακετυλοσαλικυλικό οξύ, με αναλγητική, αντιπυρετική κι αντιφλεγμονώδη δράση
  2. το ένα δισκίο ασπιρίνης
  3. ελαφρά θεραπεία ή ήπιο, πρόχειρο μέτρο αντιμετώπισης ενός προβλήματος που δε λύνει το πρόβλημα.
    figuratively

Ισοδύναμα

English Aspirin

Παραδείγματα

“Πήρα μία ασπιρίνη για τον πονοκέφαλο.”
“Προσπαθεί να λύσει το οικονομικό του πρόβλημα με ασπιρίνες: μικρά δάνεια και αναβολές πληρωμών.”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ασπιρίνη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course