HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του ασπιρίνη | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Standard
a.spiˈɾi.ni

Ορισμοί

  1. φαρμακευτικό σκεύασμα που έχει ως δραστική ουσία το ακετυλοσαλικυλικό οξύ, με αναλγητική, αντιπυρετική κι αντιφλεγμονώδη δράση
  2. το ένα δισκίο ασπιρίνης
  3. ελαφρά θεραπεία ή ήπιο, πρόχειρο μέτρο αντιμετώπισης ενός προβλήματος που δε λύνει το πρόβλημα.
    figuratively

Ισοδύναμα

العربية أَسْبِرِين
Čeština aspirin
Deutsch Aspirin
English Aspirin
Esperanto aspirino
Español aspirina aspirinar
Eesti aspiriin
Suomi aspiriini
עברית אספירין
हिन्दी एस्पिरिन
Magyar aszpirin
Bahasa Indonesia asam asetilsalisilat aspirin
Italiano aspirina
日本語 アスピリン
ქართული ასპირინი
ភាសាខ្មែរ អាស្ពីរីន
한국어 아스피린
Nederlands aspirientje aspirine
Polski aspiryna
Português aspirina
Română aspirină
Русский аспирин
Shqip aspirine
Српски aspirin аспирин
Kiswahili aspirini
Tagalog aspirina
Українська аспірин

Παραδείγματα

“Πήρα μία ασπιρίνη για τον πονοκέφαλο.”
“Προσπαθεί να λύσει το οικονομικό του πρόβλημα με ασπιρίνες: μικρά δάνεια και αναβολές πληρωμών.”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ασπιρίνη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free