HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ασπιρίνη

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Standard
a.spiˈɾi.ni

Ορισμοί

  1. φαρμακευτικό σκεύασμα που έχει ως δραστική ουσία το ακετυλοσαλικυλικό οξύ, με αναλγητική, αντιπυρετική κι αντιφλεγμονώδη δράση
  2. το ένα δισκίο ασπιρίνης
  3. ελαφρά θεραπεία ή ήπιο, πρόχειρο μέτρο αντιμετώπισης ενός προβλήματος που δε λύνει το πρόβλημα.
    figuratively

Ισοδύναμα

30 more languages
العربيةأَسْبِرِين
Češtinaaspirin
DeutschAspirin
Esperantoaspirino
עבריתאספירין
हिन्दीएस्पिरिन
Magyaraszpirin
Italianoaspirina
ქართულიასპირინი
ភាសាខ្មែរអាស្ពីរីន
한국어아스피린
Polskiaspiryna
Portuguêsaspirina
Românăaspirină
Русскийаспирин
Kiswahiliaspirini
Tagalogaspirina
Українськааспірин

Παραδείγματα

“Πήρα μία ασπιρίνη για τον πονοκέφαλο.”
“Προσπαθεί να λύσει το οικονομικό του πρόβλημα με ασπιρίνες: μικρά δάνεια και αναβολές πληρωμών.”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ασπιρίνη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free