Meaning of λουρί | Babel Free
/luˈɾi/Ορισμοί
- μακρύ και στενό (σε σχήμα ταινίας) αντικείμενο από δέρμα, πλαστικό ή άλλο υλικό που χρησιμοποιείται
- για το δέσιμο ή τη στερέωση αντικειμένων, εξαρτημάτων, ρούχων
- την οδήγηση ζώων ως ηνίο, γκέμι, καπίστρι, λαιμαριά κλπ
- για την μετάδοση της κίνησης σε μηχανές
Παραδείγματα
“ο στρατιώτης έσφιξε το λουρί του κράνους του”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.